διασάσσω
1 tr. llenar, saciar en v. pas.
ἄνθρωπος ὑπὸ τῶν μαινίδων ... διασεσαγμένος
ἀρτηρία διασεσαγμένη
la arteria hinchada e.e. llena de líquido
2 intr. llenarse c. dat.
(ἀθληταί) διασάξαντες αἵματί τε καὶ σαρξίν
σκυβάλοις
τῶν γιγάρτων