Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διαστηματίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διάσται
Διασταί
διασταλάσσω
διάσταλμα
διασταλμός
διάσταλσις
διασταλτέον
διασταλτικός
διασταλτικῶς
διαστασιάζω
διαστάσιον
διάστασις
διαστατέον
διαστατέω
διαστάτης
διαστατικός
διαστατικῶς
διαστατός
διάστατος
διασταυρόω
διαστείβω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστεμα
διαστεμα
διάστενος
διάστερος
διαστήκω
διαστηλόω
διάστημα
διαστηματίζω
διαστηματικός
διαστηματικῶς
διαστήρ
διαστηρίζω
διάστησις
διαστήτην
Διαστί
διαστί
διαστιγμή
διαστίζω
διαστική
διαστικός
διαστικτέον
διαστίκτης
διαστίλβω
διάστιξις
διαστοιβάζω
διαστοιχίζομαι
διαστοιχίζω
διαστολεύς
διαστολή
διαστολίδιν
διαστολικόν
διαστόλιον
διάστολον
διαστομαλίζομαι
διαστομαχίζομαι
διαστόμια
διαστομόω
διαστόμωσις
…
διαστηματίζω
Save
Pape
διαστηματίζω
,
Zwischenräume machen
, Jos.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}