Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διάστεμα
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διᾴσσω
διασταδόν
διαστάζω
διασταθμάομαι
διαστάθμησις
διασταθμίζω
διάσταθμον
Διάσται
Διασταί
διασταλάσσω
διάσταλμα
διασταλμός
διάσταλσις
διασταλτέον
διασταλτικός
διασταλτικῶς
διαστασιάζω
διαστάσιον
διάστασις
διαστατέον
διαστατέω
διαστάτης
διαστατικός
διαστατικῶς
διαστατός
διάστατος
διασταυρόω
διαστείβω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστεμα
διαστεμα
διάστενος
διάστερος
διαστήκω
διαστηλόω
διάστημα
διαστηματίζω
διαστηματικός
διαστηματικῶς
διαστήρ
διαστηρίζω
διάστησις
διαστήτην
Διαστί
διαστί
διαστιγμή
διαστίζω
διαστική
διαστικός
διαστικτέον
διαστίκτης
διαστίλβω
διάστιξις
διαστοιβάζω
διαστοιχίζομαι
διαστοιχίζω
διαστολεύς
διαστολή
διαστολίδιν
διαστολικόν
…
διάστεμα
Save
LSJ
διάστεμα,
= διάστημα,
PRyl.
207a27 (ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}