Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διασταλτικῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διασπάω
διασπείρω
διάσπερμος
διασπεύδω
διάσπιλος
διασπλεκόω
διασποδέω
διασπορά
διασποράδην
διασπορέη
διασπορεύς
διασπορίζω
διασπουδάζω
διασσάω
διάσσυτος
διᾴσσω
διασταδόν
διαστάζω
διασταθμάομαι
διαστάθμησις
διασταθμίζω
διάσταθμον
Διάσται
Διασταί
διασταλάσσω
διάσταλμα
διασταλμός
διάσταλσις
διασταλτέον
διασταλτικός
διασταλτικῶς
διαστασιάζω
διαστάσιον
διάστασις
διαστατέον
διαστατέω
διαστάτης
διαστατικός
διαστατικῶς
διαστατός
διάστατος
διασταυρόω
διαστείβω
διαστείχω
διαστέλλω
διάστεμα
διαστεμα
διάστενος
διάστερος
διαστήκω
διαστηλόω
διάστημα
διαστηματίζω
διαστηματικός
διαστηματικῶς
διαστήρ
διαστηρίζω
διάστησις
διαστήτην
Διαστί
διαστί
…
διασταλτικῶς
Save
Bailly 2024
διασταλτικῶς,
adv.
de manière à distinguer,
Dysc.
Pron.
322
c
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}