διεξᾴττω Save LSJ DGE Bailly 2024 Grieks Nederlands Pape διεξ-ᾴττω, v. διεξαΐσσω. διεξᾴττω v. διεξαΐσσω. διεξᾴττω, ou διεξάττω, v. διεξαΐσσω. δι-εξᾴττω, andere dial. διεξαΐσσω, door ... snellen, door ... schieten. διεξᾴττω, att. = διεξαΐσσω.