διεξαιρέω
διεξ-αιρέω, strengthd. for ἐξαιρέω, Demetr. Eloc. 299.
1 arrebatar, privar de
οὐκ ὀλίγον ... τῆς δεινότητος
2 fraccionar, dividir
τὸ χωρίον εἰς τὰ δοθέντα μέρη
δι·εξαιρέω-ῶ (fut. -ήσει) retrancher, enlever, D. Phal. 323.
διεξαιρέω, = ἐξαιρέω, Demetr.Phal. §.323.