διεξαμείβομαι
διεξαμείβομαι, to be passed
διεξ-ᾰμείβομαι, Pass.,
- to be passed, ἐτῶν διεξάμειπτο διπλόα δεκάς IG 12(8).441.11 (Thasos).
διεξαμείβομαι, to be passed