διεξάνθημα
διεξάνθημα, pustule
διεξ-άνθημα, ατος, τό,
- pustule, Aret. SA 1.9.
pústula, exantema Aret.SA 1.9.1.
δι·εξάνθημα, ατος (τὸ) pustule, Arét. 7, 35.
Étym. διά, ἐξανθέω.
διεξάνθημα, = ἐξάνθημα, Aret.