διεξανίσταμαι
διεξανίσταμαι, rise up, prepare to deal with
διεξ-ανίσταμαι,
- rise up, prepare to deal with, ἐπὶ τὰ λειπόμενα τῶν πραγμάτων Eun. Hist. p.263 D.
enfrentarse a, aplicarse a
ἐπὶ τὰ λειπόμενα τῶν πραγμάτων