About Report a problem

Menu

διεντυπόω

διεντυπόω

grabar, estampar en v. pas., fig. τοῦ Χριστοῦ σταυρὸς διεντετυπωμένος ταῖς ἀρεταῖς Ath.Al.M.28.1549C.

Saved

Recent