Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δινόσκοτος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δινδυμίς
Δινδυμναῖος
Δινδυμόθεν
Δίνδυμον
Δίνδυμος
δινέμεν
δινεύεσκον
δίνευμα
δινεύω
δινέω
Δίνεως
δίνη
Δίνη
δινήεις
δινηθμός
δίνημα
δίνημι
δίνησις
δινητός
Δίνια
δινιχής
δίννημι
Διννομένης
Δίννυς
Διννύτας
Δινογέτεια
δίνομον
δινοποιέω
δῖνος
Δῖνος
δινόσκοτος
δίνουμμον
δινόω
Δίνυσος
Δινύττας
δίνω
δινώδης
Δινών
Δίνων
δίνωσις
δινωτός
διξᾶς
διξᾶται
δίξεστον
δίξοος
διξός
δίξυλος
διό
Διο-
Διοhικέτας
διοβελία
Διοβλής
διοβλής
Διόβλητος
διόβλητος
Διόβολος
διόβολος
Διοβουλιεύς
Διοβούλιον
ΔιϜοβύκτας
Διόγας
…
δινόσκοτος
Save
DGE
δινόσκοτος
-ου, ὁ
medic.
vértigo
Steph.
in Hp
.2.124.5, 256.30.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}