Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διοβελία
LSJ
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δινιχής
δίννημι
Διννομένης
Δίννυς
Διννύτας
Δινογέτεια
δίνομον
δινοποιέω
δῖνος
Δῖνος
δινόσκοτος
δίνουμμον
δινόω
Δίνυσος
Δινύττας
δίνω
δινώδης
Δινών
Δίνων
δίνωσις
δινωτός
διξᾶς
διξᾶται
δίξεστον
δίξοος
διξός
δίξυλος
διό
Διο-
Διοhικέτας
διοβελία
Διοβλής
διοβλής
Διόβλητος
διόβλητος
Διόβολος
διόβολος
Διοβουλιεύς
Διοβούλιον
ΔιϜοβύκτας
Διόγας
Διογείτων
Διογένεια
Διογενειανός
Διογένειον
Διογένειος
διογενέτορες
διογενέτωρ
Διογενέτωρ
διογενής
Διογένης
διογένητος
Διογενιανός
Διογενίδαι
Διογενισμός
διογενισμός
Διογενισταί
διόγκινον
διογκόω
διογκύλλομαι
διογκύλλω
…
διοβελία
Save
LSJ
DGE
διοβελία, ἡ,
= διωβελία,
IG
2(2).1103.
διοβελία
v.
διωβελία
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}