Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διογκύλλω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διοβελία
Διοβλής
διοβλής
Διόβλητος
διόβλητος
Διόβολος
διόβολος
Διοβουλιεύς
Διοβούλιον
ΔιϜοβύκτας
Διόγας
Διογείτων
Διογένεια
Διογενειανός
Διογένειον
Διογένειος
διογενέτορες
διογενέτωρ
Διογενέτωρ
διογενής
Διογένης
διογένητος
Διογενιανός
Διογενίδαι
Διογενισμός
διογενισμός
Διογενισταί
διόγκινον
διογκόω
διογκύλλομαι
διογκύλλω
διόγκωσις
Διόγνητος
διόγνητος
Δίογνις
Διόγονος
διόγονος
διοδεία
διοδεύσιμος
διόδευσις
διοδευτέον
διοδευτός
διοδεύω
διοδία
διόδιον
διόδιος
διόδμητος
διοδοιπορέω
διοδοποιέω
δίοδος
Διόδοτος
διόδους
διοδύρομαι
Διοδώρειος
Διόδωρος
Διοδώρου νῆσος
διόζια
διοζόομαι
δίοζος
Διόθεν
Δῖοι
…
διογκύλλω
Save
Bailly 2024
δι·ογκύλλω,
c. le préc.
Eun.
p. 112 Boiss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}