Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διογενειανός
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δίνυσος
Δινύττας
δίνω
δινώδης
Δινών
Δίνων
δίνωσις
δινωτός
διξᾶς
διξᾶται
δίξεστον
δίξοος
διξός
δίξυλος
διό
Διο-
Διοhικέτας
διοβελία
Διοβλής
διοβλής
Διόβλητος
διόβλητος
Διόβολος
διόβολος
Διοβουλιεύς
Διοβούλιον
ΔιϜοβύκτας
Διόγας
Διογείτων
Διογένεια
Διογενειανός
Διογένειον
Διογένειος
διογενέτορες
διογενέτωρ
Διογενέτωρ
διογενής
Διογένης
διογένητος
Διογενιανός
Διογενίδαι
Διογενισμός
διογενισμός
Διογενισταί
διόγκινον
διογκόω
διογκύλλομαι
διογκύλλω
διόγκωσις
Διόγνητος
διόγνητος
Δίογνις
Διόγονος
διόγονος
διοδεία
διοδεύσιμος
διόδευσις
διοδευτέον
διοδευτός
διοδεύω
διοδία
…
Διογενειανός
Save
Bailly 2024
Διογενειανός,
οῦ
(
ὁ
) [
ᾱ
]
c.
Διογενιανός,
Gal.
13, 965
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}