διολοφύρομαι
διολοφύρομαι, lament, mourn
διολοφύρομαι [ῡ],
- strengthd. for ὀλοφύρομαι, πρὸς αὑτόν Plb. 21.26.11.
lamentarse
διωλοφύρετο πρὸς αὑτόν
se compadecía de sí mismo
δι·ολοφύρομαι (impf. 3 sg. διωλοφύρετο) ne cesser de se lamenter, Pol. 29, 9, 11.
διολοφύρομαι, verstärktes ὀλοφύρομαι ; πρὸς ἑαυτόν Pol. 22.9.11.