Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διοκλέων
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διοίκισις
διοικισμός
διοικοδομέω
διοικοδομή
διοικοδόμησις
διοικοδομητέον
διοικονομέω
διοικονομία
διοιμώζω
διοινόομαι
διοινοχοέω
διοινόω
δίοιξις
διοίσομαι
διοιστέον
διοιστέος
διοϊστεύω
διοιστρέω
διοίσω
Διοίτας
δίοιτο
διοίχηνται
διοιχνέω
διοίχομαι
Διοκαισάρεια
Διοκαισαρεῖς
διοκλάζω
Διόκλεια
Διοκλείδης
Διόκλειον
Διοκλέων
Διόκληρος
Διοκλῆς
Διοκλητιανός
Διοκλητιανούπολις
Δίοκλος
διοκνέω
Διοκορυστής
διόκτυπος
διοκωχή
διολβίζω
διολεσ
διολέσω
διολισθαίνω
διολισθάνω
διολκή
Διολκίτης
Διολκόπολις
δίολκος
Δίολκος
διόλλυμι
διολλύω
διολολύζω
διόλου
διολούφειν
διολουφέω
διολοφύρομαι
διολύγιος
διολῶ
διόλως
δίομαι
…
Διοκλέων
Save
Bailly 2024
Διο·κλέων,
οντος
(
ὁ
) Diokléôn,
h.
Aristén.
2, 23
.
Étym.
Διός, κλέος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}