Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διολῶ
Bailly 2024
Grieks Nederlands
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διοκλείδης
Διόκλειον
Διοκλέων
Διόκληρος
Διοκλῆς
Διοκλητιανός
Διοκλητιανούπολις
Δίοκλος
διοκνέω
Διοκορυστής
διόκτυπος
διοκωχή
διολβίζω
διολεσ
διολέσω
διολισθαίνω
διολισθάνω
διολκή
Διολκίτης
Διολκόπολις
δίολκος
Δίολκος
διόλλυμι
διολλύω
διολολύζω
διόλου
διολούφειν
διολουφέω
διολοφύρομαι
διολύγιος
διολῶ
διόλως
δίομαι
διομαλίζω
διομαλισμός
διομαλύνω
Διομανής
διομανής
διομάτηρ
διομβρέω
Διόμβρια
δίομβρος
Διομέδων
Διόμεια
Διομειαλαζόνες
Διομειαλαζών
διομειαλαζών
Διομειάς
Διομειεύς
Διομένεια
Διομένης
διόμενος
Διομεύς
Διομήδεια
Διομήδειος
Διομηδεύς
Διομήδη
Διομήδης
Διομηΐς
Διομηῒς πύλη
Διομηνία
…
διολῶ
Save
Bailly 2024
Grieks Nederlands
διολῶ,
v.
διόλλυμι
.
διολῶ
indic. fut.
van
διόλλυμι.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}