Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Διοκορυστής
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διοικονομία
διοιμώζω
διοινόομαι
διοινοχοέω
διοινόω
δίοιξις
διοίσομαι
διοιστέον
διοιστέος
διοϊστεύω
διοιστρέω
διοίσω
Διοίτας
δίοιτο
διοίχηνται
διοιχνέω
διοίχομαι
Διοκαισάρεια
Διοκαισαρεῖς
διοκλάζω
Διόκλεια
Διοκλείδης
Διόκλειον
Διοκλέων
Διόκληρος
Διοκλῆς
Διοκλητιανός
Διοκλητιανούπολις
Δίοκλος
διοκνέω
Διοκορυστής
διόκτυπος
διοκωχή
διολβίζω
διολεσ
διολέσω
διολισθαίνω
διολισθάνω
διολκή
Διολκίτης
Διολκόπολις
δίολκος
Δίολκος
διόλλυμι
διολλύω
διολολύζω
διόλου
διολούφειν
διολουφέω
διολοφύρομαι
διολύγιος
διολῶ
διόλως
δίομαι
διομαλίζω
διομαλισμός
διομαλύνω
Διομανής
διομανής
διομάτηρ
διομβρέω
…
Διοκορυστής
Save
DGE
Διοκορυστής
-οῦ, ὁ
Diocoristes
hijo de Egipto
, Apollod.2.1.5.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}