διοχλέω
διοχλέω, to trouble
- annoy exceedingly, πόλεις Lys. 6.6; weary, bore, D. 19.329: pf. διώχληκα Jul. Or. 2.78b; press for payment, POxy. 286.13 (i A. D.); later, τινί Aeschin. Ep. 2.2, Plu. Cim. 18, Longus 3.20: abs., Ph. 1.356:—Pass., Luc. Am. 50, IG 3.48 (iii A. D.); ὑπὸ ῥυθμῶν D.H. Comp. 11.
1 estorbar, causar molestias c. ac. en sent. local
(ὁ Ἀνδοκίδης) διώχληκε πόλεις πολλάς
τὰς θύρας
• gener. molestar, turbar, importunar
τὴν ἀκρόασιν
ἐπὶ πλέον
• tb. c. dat.
διώχλουν αὐτῷ τινὲς περὶ τῶν νόμων
ἵνα μὴ τοῖς Ἕλλησι διοχλῶσι
δ. μοι περὶ τῶν αὐτῶν
ἐκείνην τὴν διαγωγήν
ὑπὸ τῶν ῥυθμῶν
ἐν τῷ μεταξὺ πλῷ περὶ τῶν αὐτῶν οὐ κέκρικα διοχλεῖσθαι
παρ' ἡμῶν
• c. part. pred. del suj.
ὡς ἀπόζουσα (ἡ αὐλή) μὴ διοχλοίη
• rel. c. la palabra aburrir, fatigar c. ac. de pers. y part. pred. del suj.
δεικνύναι πειρώμενος διοχλῶ πάλαι τοῦτ' αὐτοὺς ὑμᾶς εἰδότας
os aburro intentando probarlo cuando hace tiempo que vosotros mismos lo conocéisοὐδὲν δεῖ λεπτολογοῦντα μάτην τοὺς ἀναγνωσομένους διοχλεῖν
διοχλήσω λέγων
σε τοῖς ἔξωθεν καὶ τοιούτοις ... δ.
τῷ μήκει δ.
• fig. de abstr. perturbar
ἡ κακία ... διοχλοῦσα τὸν βίον
πρὸς τὸ [μ]ὴ διοχλεῖσθαί με ὑπὲ[ρ τ]ῶν [ἐπιτ]ίμων
ὅπως ἂν ὁ ... λόγος ὑπὸ τῶν φθαρτῶν εἴτε μερῶν εἴτε δυνάμεων μὴ διοχλῆται
2 medic. molestar, causar dolor, atormentar c. ac. de pers. o partes del cuerpo
πρόφασιν λέγοντος ὡς ῥεῦμα διοχλήσειεν αὐτόν
φλεγμονὴ τὸν πόδα διώχλησεν
διοχλοῦντα τῷ κάμνοντι τὰ ἰώδη καὶ μελαγχολικὰ συμπτώματα
ὅπως ... ὑπὸ βάρους ἡ κύουσα διοχλοῖτο
• fig.
οὐ μὴ διοχληθήσεται οὐδὲν οὔτε ὑπὸ Ὀδύνης
3 reclamar un pago, instar c. ac.
παρ' ἕκαστα διοχλούσης με
reclamándome continuamente
• gener. reclamar, exigir c. dat.
τῇ Χλόῃ περιττότερον ... φιλήματος
- to trouble or annoy exceedingly, Dem.