διουρητικός
διουρητικός, diuretic
- diuretic, Hp. Acut. 50, Diocl. Fr. 112, Aret. CA 1.1, etc.
diurético de comidas, bebidas y medicamentos
(οἶνος)
σίκυος πέπων
τὰ κεράσια
φάρμακα
ἀποζέματα
ἐγχυματισμοί
(ἀσφοδέλου) αἱ ῥίζαι δύναμιν ἔχουσιν διουρητικήν
(ὁ ἐχῖνος) ἔχει γάρ τι ... δ.
• subst. διουρητικόν remedio diurético Hp.Nat.Mul.34, Aff.32, Loc.Hom.47, Archig.18.24B., Paul.Aeg.1.47, Steph.in Gal.295.