διοχετεία
διοχετεία, irrigation-works
διοχετ-εία, ἡ, in pl.,
- irrigation-works, Str. 10.2.19.
plu. canales, conductos para agua
παραχώμασί τε καὶ διοχετείαις βιάσασθαι τὸν ποταμὸν πλημμελῶς ῥέοντα
διοχετεία, ας (ἡ) écoulement des eaux, d’où aqueduc, Str. 458.
Étym. διοχετεύω.
διοχετεία, ἡ, Wasserleitung, Strab. X p. 458.