Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διπαλτία
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
διόφθαλμος
Διόφιλος
ΔιϜοφύκτας
Διοφῶν
Διοχαίτης
Διοχάρης
διοχέομαι
διοχετεία
διοχετεύω
διοχεύομαι
διοχή
διοχής
Διοχθώνδης
Διοχίτης
διοχλέω
διόχλησις
διοχλίζω
δίοχλος
διοχυρόω
διοχύρωσις
δίοψ
δίοψις
διόψομαι
διπάγιον
διπαθής
Δίπαια
Διπαιεύς
δίπαις
διπαλαιστιαῖος
διπάλαιστος
διπαλτία
δίπαλτος
Διπανάμια
διπάνας
δίπας
διπάτωρ
δίπαχυς
διπέδητος
δίπεδος
δίπελμος
δίπεμπτον
διπενθημιμερής
διπενθημιμερικός
δίπετρος
διπηχυαῖος
δίπηχυς
διπλά
διπλαγκιστρώδης
διπλάδιος
διπλάζω
δίπλαξ
διπλασιαζομένως
διπλασιάζω
διπλασίασις
διπλασίασμα
διπλασιασμός
διπλασιαστέον
διπλασιαστέος
διπλασιαστικός
διπλασιεπιδιμερής
διπλασιεπιδίμοιρος
…
διπαλτία
Save
DGE
διπαλτία
-ας, ἡ
doble lanza
e.e.
dos lanzas
una en cada mano, Sch.E.
Hec
.1156.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}