Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
διουργέω
διουργέω, cultivate
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Διοσπολίτης
Διοσπολιτικός
Διοσπολῖτις
διόσπυρον
Διόσπυρος
διόσπυρος
διοσπώγων
Διοσσωτήρια
Διοσσωτηριασταί
διόστεος
Διοσφόρος
διοσφραίνω
ΔιϜοσφυσχάστας
Διοτέλης
διοτήρ
διότι
διοτιδήποτε
Διοτίμα
Διότιμος
διότιπερ
Διότονος
διοτρεφής
Διοτρεφής
Διοτρέφης
διοτροφής
Διοτρόφος
διού
διούγκιον
Διουόδουρον
Διούρ
διουργέω
διουρέομαι
διουρέω
διούρησις
διουρητικός
διουρίζω
δίουρος
διούσιος
διοφανής
Διοφάνης
Διοφάντειοι
Διόφαντος
διόφθαλμος
Διόφιλος
ΔιϜοφύκτας
Διοφῶν
Διοχαίτης
Διοχάρης
διοχέομαι
διοχετεία
διοχετεύω
διοχεύομαι
διοχή
διοχής
Διοχθώνδης
Διοχίτης
διοχλέω
διόχλησις
διοχλίζω
δίοχλος
διοχυρόω
…
διουργέω
Save
διουργέω, cultivate
LSJ
διουργέω,
cultivate
(metaph.),
Klio
18.302 (Delph.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}