διπλασιεπιδίμοιρος
διπλασιεπιδίμοιρος, two and two thirds times as great
διπλᾰσι-επιδίμοιρος [δῐμ], ον, Gaud.Harm. 10, and διπλᾰσι-επιδῐμερής, ές, Nicom. Ar. 1.23,
- 2 2/3 times as great:
de proporción 2 2/3
δ. (λόγος), ὃν ἔχει ὁ κδ πρὸς τὸν θ
διπλασιεπιδίμοιρος, Gaudent. p. 13, = διπλασιεπιδιμερής.