δολιοπλόκος Save DGE Bailly 2024 Pape δολιοπλόκος -ον tejedor de engaños ἀνήρ Orac.Sib.12.48. δολιο·πλόκος, ος, ον, c. δολοπλόκος, Sib. 12, 48 Mai. Étym. δόλιος, πλέκω. δολιοπλόκος, = δολοπλόκος, Orac.Sib.