δολιχήρης
δολιχήρης, long
δολῐχ-ήρης, ες,
- = δολιχός, long, Nic. Th. 183, Opp. C. 1.408.
1 largo
πυρσός
2 de moharra con largo cubo
αἰγανέη
δολιχ·ήρης, ης, ες [ῐ] ajusté longuement, d’où long, Nic. Th. 183 ; Opp. H. 1, 408 ; 2, 497.
Étym. δολιχός, *ἄρω.
δολιχήρης, ες, lang gefügt, lang ; ὀδόντες Nic. Th. 183 ; ἱστοί Opp. Hal. 1.408 ; αἰγανέα 2.497.