δολιότης
δολιότης, deceit, subtlety
δολιότης, ητος, ἡ,
- deceit, subtlety, LXX Nu. 25.17, al.
engaño, astucia
ὅτι ἐχθραίνουσιν αὐτοὶ ἡμῖν ἐν δολιότητι
ἄνδρες αἱμάτων καὶ δολιότητος
καλύψαι ... ἐν δολιότητι
αἴτιος ... δολιότητος
δ. καὶ πονηρία
ἐν δολιότητι ποιήσειν
ὁ διάβολος λέξεις ὑπέβαλε μεστὰς δολιότητος
δολιότης, ητος (ἡ), ruse, fourberie, Spt. Num. 25, 18 ; Ps. 37, 13.
Étym. δόλιος.
δολιότης, ητος, ἡ, Listigkeit, Verschlagenheit ; LXX. Schol. Ar. Eq. 331.