δορκάζω
δορκάζω,
- = περιβλέπω, Hsch. δόρκαι· κονίδες, Id.
curiosear, mirar de un lado a otro
(ὁ πῶλος) σκιρτῶν ... δορκαζέτω
δορκάζω, = δέρκομαι, Hesych. περιβλέπειν.
curiosear, mirar de un lado a otro
(ὁ πῶλος) σκιρτῶν ... δορκαζέτω