δορκάδειος
δορκάδειος, of an antelope
δορκάδ-ειος [ᾰ], α, ον, (δορκάς)
- of an antelope or gazelle, ἀστράγαλοι Thphr. Char. 5.9, Plb. 26.1.8:—also written δορκάδεοι, ἀστράγαλοι IG 2.766.23, cf. PSI 4.331.2, 444.2 (iii B. C.).
1 de gacela o de corzo
ἀστράγαλοι
κρέας
• subst. ὁ δ. astrágalo de gacela, PSI ll.cc.
2 apropiado para la gacela
τὰ λίνα τὰ δορκάδεια
redes de caza para gacelas
δορκάδειος, α, ον [ᾰδ] de chevreuil, Pol. 26, 10, 9 ; A. Tr. 523 ||
➳ δορκάδεοι, CIA. 2, 766, 23 (après 341 av. J.-C.).
Étym. δορκάς.
δορκάδειος, vom Reh, δορκάς, z.B. ἀστράγαλοι, Pol. 26.10.9.
δορκάδειος
δορκάδειος (ᾰ), η, ον
δορκάς
- of an antelope, Theophr.