Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
Δορίσκιος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Δοριεύς
δοριθήρατος
δοριθρασής
δορικά
δορικανής
δορικέντωρ
δορικμής
δορικός
δορίκρανος
δορίκτητος
δορίκτυπος
δορίληπτος
δόριλλος
Δόριλλος
δοριλύμαντος
δοριμανής
δορίμαργος
δορίμαχος
δοριμήστωρ
Δόριος
δοριπαγής
δορίπαλτος
δοριπετής
δορίπληκτος
δορίπονος
δοριπόνος
δοριπτοίητος
δορίς
δορισθενής
δορίσκαπτρος
Δορίσκιος
Δορίσκος
δοριστέφανος
δοριτίνακτος
δορίτμητος
δορίτολμος
Δορκuεία
Δόρκuονος
δορκαδάζω
δορκάδειος
δορκαδιάς
δορκαδίζω
δορκάδιον
δορκαδοθήρας
δορκάζω
δορκαί
δορκαλίς
δόρκανα
δορκάς
Δορκάς
Δορκεία
δόρκειος
Δορκεύς
δόρκη
Δορκία
Δόρκιον
Δορκίς
Δόρκις
δόρκος
δορκός
δόρκων
…
Δορίσκιος
Save
DGE
Δορίσκιος
-α, -ον
doriscio
ét. de Dorisco, St.Byz.s.u.
Βορμίσκος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}