δούπημα Save DGE Bailly 2024 Pape δούπημα -ματος, τό fragor, retumbo δουπήματα βροντῶν Orac.Sib.8.432. δούπημα, ατος (τὸ) bruit sourd, Sib. 8, 433. Étym. δουπέω. δούπημα, τό, = δοῦπος, Or.Sib.