Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
δουλοχείρων
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
δουλοκοίτης
δουλοκρατέομαι
δουλοκρατία
δουλομαχία
Δουλομελέαγρος
δουλομίκτης
δουλομιξία
δουλόμορφος
δουλοπάθεια
δουλοπαθής
δουλοπαράσιτος
δουλοποιέω
δουλοποιητέον
δουλοποιΐα
δουλοποιός
Δουλόπολις
Δουλοπολίτης
δουλοπόνηρος
δουλοπρέπεια
δουλοπρεπής
δουλοπρεπῶς
δοῦλος
δουλόσπορος
δουλοσύνα
δουλοσύνη
δουλόσυνος
δουλοτόκος
δουλότροπος
δουλοφανής
δουλόφρων
δουλοχείρων
δουλόψυχος
δουλόω
Δούλων
Δούλων πολις
δούλωσις
δουλωτικός
δούλωτος
Δουμαθηνός
Δουμαίθα
Δοῦμνα
Δουμνόνιοι
δουμοπυρέτες
δοῦμος
δοῦν
δοῦναι
δουνακ
δουνακεύομαι
δουνακίη
δουνακοδίφης
δουνακόεις
δουνακοφοίτης
δοῦναξ
Δοῦναξ
Δούνιον
δοῦνον
Δοῦνον
δούξ
δούο
δουπέω
δούπημα
…
δουλοχείρων
Save
DGE
δουλοχείρων
-ον
despect.
que vale menos que un esclavo
,
PMasp
.353.18 (VI d.C.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}