δούξ
δούξ, dux
- = Lat. dux, PLond. 2.141.18 (iv A. D.), Just. Edict. 13.18Intr., etc.
lat. dux en biz. duque, comandante militar de ejércitos fronterizos estacionados, a veces c. mando civil en la provincia
ὁ λαμπρότατος δ.
ὁ πανεύφημος δ.
ὁ μεγαλοπρεπέστατος δ.
τοῦ ... κόμ(ητος) δουκὸς κ(αὶ) ἄρχ(οντος)
τοὺς δοῦκας ἐμ μὲν τῷ Παλαιστίνης κ[αὶ Εὐ]φρατησίας λιμίτῳ
ὁ τῆς Αἰγύπτου δ.
Ἀστέριος ὁ γενόμενος δ. Ἀρμενίας
δ. Ἰσαυρίας
δ. τῆς Θηβαίων χώρας