δρασματικός
δρασματικός, ή, όν,
- = δραστήριος, Cat.Cod.Astr. 2.165.
enérgico, potente
τὰ γὰρ ἀρρενικά τῶν ζῳδίων ... δρασματικά op. ἀδρανής
enérgico, potente
τὰ γὰρ ἀρρενικά τῶν ζῳδίων ... δρασματικά op. ἀδρανής