δραπέτρια
esclava fugitiva
• fig. de la mujer no velada
δραπέτριάν τινα τὴν κεφαλὴν ἀποδείκνυσι
δραπέτρια, ας [ᾱπ], adj. f. c. δραπέτις, Chrys. 11, 113.
δραπέτρια, [δρᾱ], ἡ, = δραπέτις, Io. Chrys.
esclava fugitiva
• fig. de la mujer no velada
δραπέτριάν τινα τὴν κεφαλὴν ἀποδείκνυσι