δράστειρα Save DGE Bailly 2024 Pape δράστειρα v. δρήστειρα. *δράστειρα, seul. ion. δρήστειρα, ας (ἡ) servante active ou empressée, Od. 10, 349 ; 19, 345. Étym. δράω. δράστειρα, ἡ, ion. u. ep. δρήστειρα.