δράσιμος
δράσιμος, activity
δράσῐμος [ᾱ], ον,
- = δραστήριος: τὸ δ. activity, vigour, A. Th. 554.
subst. τὸ δράσιμον lo que puede hacerse
χεὶρ δ' ὁρᾷ τὸ δ.
δράσιμος, ος, ον [ᾱῐ] ce qu’il faut faire, ce qu’on peut faire, Eschl. Sept. 554.
Étym. δράω.
δράσιμος, was zu tun ist ; ἀνὴρ ἄκομπος, χεὶρ δʼ ὁρᾷ τὸ δράσιμον Aesch. Spt. 536, Schol. πολεμικώτατός ἐστιν.
δράσιμος
δρά_σῐμος, ον
= δραστήριος
- τὸ δρ. activity, Aesch.