δραπετοποιός
que provoca la fuga
πλοῦτος ... δ. τοὺς φυλάττοντας αὐτὸν ... φυγάδας ποιῶν
δραπετο·ποιός, ός, όν [ᾱ] qui rend fugitif, Chrys. 5, 125.
Étym. δραπέτης, ποιέω.
δραπετοποιός, [ᾱ], ausreißen machend, Io. Chrys.
que provoca la fuga
πλοῦτος ... δ. τοὺς φυλάττοντας αὐτὸν ... φυγάδας ποιῶν