δυσφυλακτέω
δυσ-φῠλακτέω,
- = δυσωρέομαι, Eust. 797.28.
vigilar angustiosamente
glos. a δυσωρέομαι
τὸ δ. ... κακοπαθεῖν ἐν τῷ φυλάσσειν
δυσφυλακτέω, Erkl. von δυσωρέομαι, VLL.
vigilar angustiosamente
glos. a δυσωρέομαι
τὸ δ. ... κακοπαθεῖν ἐν τῷ φυλάσσειν