δυσχεραινόντως
δυσχεραινόντως, with disgust
δυσχερ-αινόντως, Adv. part. pres.,
- with disgust, v.l. in Arist. Rh. 1408a17.
δυσχεραινόντως, adv. avec indignation, Arstt. Rhet. 3, 7, 3.
Étym. δυσχεραίνω.
δυσχεραινόντως, mit Unwillen, Arist. rhet. 3.7.