δυσχειμέριος Save DGE Bailly 2024 δυσχειμέριος -ον frío, desapacible νύκτωρ ... δυσχειμερίου τοῦ καταστήματος γεγονότος Clem.Al.Strom.1.34.163.2 (cód.). δυσχειμέριος, ος, ον, c. le suiv. Clém. 1, 909 Migne.