δύσχειμος Save DGE Pape δύσχειμος -ον de clima frío λιπὼν ... τὴν δύσχειμον χθόνα Μήδων Chr.Pat.1589, cf. Anecd.Ludw.231.28. δύσχειμος, v.l. für δύσχιμος, w. m. s.