εὐκόρυθος
εὐκόρυθος, with beautiful helmet
εὐκόρῠθος, ον, (κόρυς)
- with beautiful helmet, Opp. C. 1.363.
εὐ·κόρυθος, ος, ον [ῠ] au beau casque, Opp. C. 1, 363.
Étym. εὖ, κόρυς.
εὐκόρυθος, wohlbehelmt, Opp. C. 1.363.