εὐπάτειρα
εὐπάτειρα [ᾰ], ἡ, = εὐπατέρεια, Men. 616 (with v.l. εὐπατέρεια), Choerob. in An.Ox. 2.196, Theognost. Can. 99, Gramm. in Reitzenstein Gesch.d. Gr.Etym. p.306, Et.Gud., EM 318.55; cf. ἀπάτειρα.
εὐπάτειρα, ας (ἡ) [πᾰ] c. le suiv. Mén. 616 Kock.