εὐπαράπειστος
εὐπαράπειστος, easily led away
εὐπαρά-πειστος, ον,
- easily persuaded, φίλοις X. Ages. 11.12 (Sup.).
εὐ·παράπειστος, ος, ον, facile à persuader, Xén. Ages. 11, 12, au sup. -ότατος.
Étym. εὖ, παραπείθω.
εὐπαράπειστος, leicht zu bereden, φίλοις εὐπαραπειστότατος Xen. Ag. 11.12 ; Poll. 8.12.
εὐπαράπειστος
εὐ-παράπειστος, ον
- easily led away, Xen.