εὐπαρόρμητος
εὐπαρόρμητος, easily excited
εὐπαρ-όρμητος, ον,
- easily excited, πρός τινας Arist. Rh. 1379a17.
εὐ·παρόρμητος, ος, ον, facile à exciter, à émouvoir, Arstt. Rhet. 2, 2, 10.
Étym. εὖ, παρορμάω.
εὐπαρόρμητος, leicht in Bewegung zu setzen, aufzuregen, Arist. rhet. 2.2, = καὶ ὀργίλοι.
εὐπαρόρμητος
εὐ-παρόρμητος, ον
παρορμάω
- easily excited, Arist.