εὐπερίγραπτος
εὐπερί-γραπτος, ον,
- = sq. 2, Luc. JTr. 33; σάρξ Theon Gymn. ap. Gal. 6.91.
εὐ·περίγραπτος, ος, ον, c. le suiv. Nyss. 1, 2 ; 2, 978.
Étym. εὖ, περιγράφω.
εὐπερίγραπτος, = εὐπερίγραφος, Luc. Iup. Trag. 33 u. a.Sp.