εὐπερίστρεπτος
εὐπερίστρεπτος, easily turned
εὐπερί-στρεπτος, ον,
- easily turned or wheeled about, EM 728.42, Sch. Opp. H. 4.294.
εὐπερίστρεπτος, leicht zu drehen, zu wenden, EM. 728.42.