εὐπεριάγωγος
εὐπεριάγωγος, easily turned round
εὐπερι-άγωγος [ᾰ], ον,
- easily turned round, Luc. Musc.Enc. 3.
εὐ·περιάγωγος, ος, ον [ᾰ] aisé à faire tourner, Luc. Musc. enc. 3.
Étym. εὖ, περιάγω.
εὐπεριάγωγος, leicht herumzuführen, Luc. musc.enc. 3.
εὐπεριάγωγος
εὐ-περιάγωγος, ον
περιάγω
- easily turned round, Luc.