εὐτρεπισμός
εὐτρεπισμός, preparation
εὐτρεπ-ισμός, ὁ,
- preparation, Simp. in Ph. 793.7, Suid.
εὐτρεπισμός, οῦ (ὁ) préparation, Bas. 1, 401 Migne.
Étym. εὐτρεπίζω.
εὐτρεπισμός, ὁ, die Zubereitung, Suid.